ὅρια

τὰ ὅρια область, ≃ пределы

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὅρια" в других словарях:

  • ὁρία — ὁρίᾱ , ὁρία boundary fem nom/voc/acc dual ὁρίᾱ , ὁρία boundary fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρία — ὀρίᾱ , ὀρίας masc nom/voc/acc dual ὀρίας masc voc sg ὀρίᾱ , ὀρίας masc voc sg (attic) ὀρίᾱ , ὀρίας masc gen sg (doric aeolic) ὀρίας masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ορία — ὁρία, ἡ (Α) [όρος (Ι)] όριο, σύνορο …   Dictionary of Greek

  • ὅρια — ὅριον boundary neut nom/voc/acc pl ὅριος of boundaries neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅρι' — ὅρια , ὅριον boundary neut nom/voc/acc pl ὅρια , ὅριος of boundaries neut nom/voc/acc pl ὅριε , ὅριος of boundaries masc/fem voc sg ὅριαι , ὁρία boundary fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑρίας — ὀρίᾱς , ὀρίας masc acc pl ὀρίᾱς , ὀρίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρίας — ὀρίᾱς , ὀρίας masc acc pl ὀρίᾱς , ὀρίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρίαν — ὀρίᾱν , ὀρίας masc acc sg (attic epic doric aeolic) ὀρίας masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Μαγνησίας, νομός — Διοικητική διαίρεση (2.636 τ. χλμ., 206.995 κάτ.) της περιφέρειας Θεσσαλίας, που ωστόσο δεν συμπίπτει εντελώς με τα όρια της περιοχής της αρχαίας Μαγνησίας. Ο σημερινός ν.Μ. συνορεύει στα Β και στα Δ με τον νομό Λαρίσης, στα Ν με τον νομό… …   Dictionary of Greek

  • σύμπαν — Είναι το σύνολο των ουράνιων σωμάτων και του διαστήματος μέσα στο οποίο είναι εγκατασπαρμένα. Τα ακραία όριά τους, περισσότερο από άμεσες παρατηρήσεις απευθείας ή με όργανα, έχουν καθοριστεί με επιστημονικές υποθέσεις, που επιδίωξαν να μεταφέρουν …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.